Καύσιμα και ελληνικοί υδρογονάνθρακες: Γιατί πληρώνουμε τόσο ακριβά ενώ οι έρευνες άργησαν δεκαετίες





Ο Έλληνας οδηγός πληρώνει στην αντλία όχι μόνο το καύσιμο. Πληρώνει φόρους πάνω στο καύσιμο — και ταυτόχρονα ζει σε μια χώρα που χρειάστηκε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες για να επιστρέψει σε υπεράκτια ερευνητική γεώτρηση.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια γεωγραφική περιοχή με αποδεδειγμένο ενεργειακό ενδιαφέρον.

Δίπλα μας βρίσκονται μεγάλα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Διεθνείς ενεργειακοί κολοσσοί όπως η ExxonMobil και η Chevron επενδύουν πλέον στις ελληνικές θαλάσσιες έρευνες.

Και όμως ο Έλληνας πολίτης εξακολουθεί να πληρώνει ένα από τα πλέον βαριά φορολογημένα προϊόντα της καθημερινότητάς του:

τη βενζίνη.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο γιατί ανέβηκε το πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές.

Είναι πολύ βαθύτερο.

Γιατί η Ελλάδα φορολογεί τόσο βαριά την ενέργεια ενώ για δεκαετίες καθυστέρησε να διερευνήσει σοβαρά τους δικούς της ενεργειακούς πόρους;


Πρώτα πρέπει να δούμε τι πραγματικά πληρώνουμε στην αντλία

Στην αμόλυβδη βενζίνη ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην Ελλάδα ανέρχεται σε:

700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Δηλαδή:

70 λεπτά ΕΦΚ για κάθε λίτρο βενζίνης.

Το ευρωπαϊκό ελάχιστο για την αμόλυβδη είναι 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Άρα ο ελληνικός ΕΦΚ βρίσκεται σχεδόν στο διπλάσιο του ελάχιστου ευρωπαϊκού επιπέδου.

Στο diesel κίνησης ο ελληνικός ΕΦΚ είναι 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, έναντι ευρωπαϊκού ελάχιστου 330 ευρώ.

Και μετά υπάρχει και ο ΦΠΑ.

24%.

Και εδώ βρίσκεται ένα σημείο που συχνά προκαλεί αγανάκτηση:

ο ΦΠΑ δεν επιβάλλεται μόνο πάνω στην καθαρή αξία του καυσίμου.

Στην τελική φορολογητέα βάση περιλαμβάνονται και επιβαρύνσεις όπως ο ΕΦΚ.

Με απλά λόγια:

ο πολίτης καταλήγει να πληρώνει ΦΠΑ σε μια τιμή που ήδη περιλαμβάνει ειδικό φόρο.


Άρα πόσο από το πρατήριο είναι πραγματικά πετρέλαιο;

Όταν βλέπουμε την πινακίδα του πρατηρίου και γράφει:

1,80 ευρώ

ή

1,90 ευρώ

δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι τόσο κοστίζει η βενζίνη ως προϊόν.

Σημαντικό μέρος της τελικής τιμής είναι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις.

Αυτό εξηγεί γιατί μια πτώση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου δεν μεταφέρεται ποτέ αναλογικά στην αντλία.

Υπάρχει ένα μεγάλο σταθερό φορολογικό κομμάτι.

Και αυτό δημιουργεί ένα απλό αλλά πολιτικά δύσκολο ερώτημα:

Είναι το καύσιμο προϊόν κατανάλωσης ή ουσιαστικά φορολογική βάση;

Για έναν κάτοικο της Αθήνας με πρόσβαση σε μετρό, ίσως το αυτοκίνητο μπορεί κάποιες φορές να περιοριστεί.

Για έναν κάτοικο ενός χωριού, ενός νησιού ή μιας μικρής πόλης όμως;

Για έναν αγρότη;

Για έναν επαγγελματία;

Για μία μικρή επιχείρηση;

Για τον άνθρωπο που πρέπει να οδηγήσει 40 χιλιόμετρα καθημερινά για να πάει στη δουλειά;

Το καύσιμο δεν είναι πολυτέλεια.

Είναι κόστος εργασίας και ζωής.


Και η φορολογία των καυσίμων περνά παντού

Η υψηλή τιμή καυσίμων δεν επηρεάζει μόνο τον οδηγό.

Επηρεάζει:

τις μεταφορές,

τα τρόφιμα,

τα logistics,

τον τουρισμό,

τη γεωργία,

τις μικρές επιχειρήσεις,

τις υπηρεσίες.

Ένα φορτηγό που πληρώνει ακριβότερο diesel δεν απορροφά για πάντα το κόστος.

Το μεταφέρει στην τιμή του προϊόντος.

Άρα η φορολογία των καυσίμων μετατρέπεται έμμεσα σε:

φορολογία ολόκληρης της οικονομίας.


Γιατί λοιπόν δεν μειώνεται ο ΕΦΚ;

Η κυβερνητική θέση τα τελευταία χρόνια είναι ότι μια οριζόντια μείωση του ΕΦΚ έχει πολύ μεγάλο δημοσιονομικό κόστος και δεν διασφαλίζεται ότι ολόκληρη η μείωση θα περάσει στον καταναλωτή.

Γι' αυτό έχουν προτιμηθεί περισσότερο στοχευμένες ενισχύσεις και παρεμβάσεις.

Το 2026, για παράδειγμα, εφαρμόστηκαν ξανά μέτρα επιδότησης και προσωρινές παρεμβάσεις στην αγορά καυσίμων αντί μιας μόνιμης οριζόντιας μείωσης του ΕΦΚ.

Αυτό είναι ένα υπαρκτό δημοσιονομικό επιχείρημα.

Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά.

Για πόσο μπορεί το κράτος να επιδοτεί την υψηλή τιμή αντί να αντιμετωπίζει τη δομή της;

Παίρνουμε υψηλό φόρο.

Μετά επιστρέφουμε ένα μέρος μέσω Fuel Pass ή άλλης ενίσχυσης.

Και ο πολίτης καταλήγει να εξαρτάται από μια έκτακτη κρατική παρέμβαση για να αγοράσει κάτι που χρειάζεται καθημερινά.

Μήπως αυτό είναι ακόμη ένα παράδειγμα της οικονομίας των επιδομάτων που ήδη συζητάμε;


Και τώρα το μεγάλο ελληνικό παράδοξο: οι υδρογονάνθρακες

Την ίδια ώρα υπάρχει μια άλλη συζήτηση.

Η Ελλάδα αρχίζει ξανά να ερευνά σοβαρά το υπέδαφος και τις θαλάσσιες περιοχές της.

Στο Block 2 του βορειοδυτικού Ιονίου, η Energean, η ExxonMobil και η HELLENiQ ENERGY έχουν περάσει στη δεύτερη φάση των ερευνών.

Και πλέον υπάρχει συγκεκριμένο πρόγραμμα.

Η πρώτη ερευνητική υπεράκτια γεώτρηση της Ελλάδας εδώ και σχεδόν 40 χρόνια σχεδιάζεται για τον Φεβρουάριο του 2027.

Η Energean έχει ήδη υπογράψει συμφωνία με τη Stena Drilling για το γεωτρύπανο που θα πραγματοποιήσει την ερευνητική γεώτρηση «Ασωπός-1».

Και αυτή η φράση πρέπει να μας προβληματίσει:

Η πρώτη σε σχεδόν 40 χρόνια.


Χάθηκαν δεκαετίες;

Η Ελλάδα γνώριζε εδώ και πολλά χρόνια ότι υπάρχουν γεωλογικές ενδείξεις δυτικά της χώρας.

Δεν σημαίνει ότι γνωρίζαμε πως υπάρχουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Μόνο η γεώτρηση μπορεί να αποδείξει τι πραγματικά υπάρχει.

Όμως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο:

«δεν ξέρουμε αν υπάρχει κοίτασμα»

και στο:

«δεν ερευνούμε εγκαίρως για να μάθουμε».

Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής πολιτικής συζήτησης.

Γιατί άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου έκαναν γεωτρήσεις, ανακάλυψαν κοιτάσματα και δημιούργησαν ενεργειακή πολιτική.

Η Ελλάδα πέρασε πολλά χρόνια σε αβεβαιότητα, καθυστερήσεις και αλλαγές κατεύθυνσης.


Τώρα όμως οι μεγάλοι παίκτες επιστρέφουν

Το 2026 υπάρχουν σημαντικές εξελίξεις.

Η Chevron και η HELLENiQ ENERGY υπέγραψαν συμβάσεις για έρευνες σε τέσσερις υπεράκτιες περιοχές νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου.

Παράλληλα, η Chevron κινείται για συμμετοχή και στο Block 10 στον Κυπαρισσιακό Κόλπο.

Η ExxonMobil έχει πλέον ποσοστό 60% στο Block 2.

Αυτά δεν αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα έχει βρει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο.

Αποδεικνύουν όμως κάτι άλλο:

οι μεγαλύτερες ενεργειακές εταιρείες του κόσμου θεωρούν ότι αξίζει να επενδύσουν χρήματα για να μάθουν τι υπάρχει.

Και αυτό από μόνο του είναι στρατηγικά σημαντικό.


Υπάρχει πραγματικά φυσικό αέριο;

Η πιθανή δομή «Ασωπός» στο Block 2 παρουσιάζεται ως ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Η Energean έχει αναφερθεί σε εκτιμήσεις για σημαντικό δυνητικό όγκο φυσικού αερίου.

Αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή:

δυνητικός πόρος δεν σημαίνει αποδεδειγμένο κοίτασμα.

Η ίδια η εταιρεία έχει μιλήσει για πιθανότητα επιτυχίας της γεώτρησης γύρω στο 16%.

Άρα δεν πρέπει να παρουσιάζουμε την Ελλάδα ως «νέο Κατάρ» πριν τρυπηθεί το πρώτο γεωτρύπανο.

Αυτό θα ήταν ανεύθυνο.

Το σωστό ερώτημα είναι διαφορετικό:

Γιατί δεν γνωρίζουμε ακόμη;


Εδώ συναντώνται οι δύο συζητήσεις

Από τη μία:

ο Έλληνας πληρώνει πολύ υψηλή φορολογία στα καύσιμα.

Από την άλλη:

η Ελλάδα εισάγει σημαντικό μέρος των ενεργειακών πόρων που χρειάζεται.

Και ταυτόχρονα:

μόλις τώρα πλησιάζει στην πρώτη μεγάλη υπεράκτια ερευνητική γεώτρηση μετά από δεκαετίες.

Αυτές οι τρεις πραγματικότητες πρέπει να συζητηθούν μαζί.

Όχι επειδή μια ελληνική ανακάλυψη θα έκανε ξαφνικά τη βενζίνη φθηνή.

Αυτό δεν ισχύει.

Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τιμολογούνται σε διεθνείς αγορές.

Ακόμη και μια πετρελαιοπαραγωγός χώρα δεν αποκτά αυτομάτως φθηνή βενζίνη.

Όμως η εγχώρια παραγωγή μπορεί να σημαίνει:

  • μικρότερη ενεργειακή εξάρτηση,

  • έσοδα για το Δημόσιο,

  • θέσεις εργασίας,

  • επενδύσεις,

  • βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου,

  • αυξημένη ενεργειακή ασφάλεια,

  • μεγαλύτερη γεωπολιτική βαρύτητα.


Και τότε τίθεται το μεγάλο πολιτικό ερώτημα

Αν στο μέλλον αποδειχθεί ότι υπάρχουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα:

πού θα πάνε τα έσοδα;

Εδώ η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει πριν — όχι μετά.

Ένα μέρος των πιθανών εσόδων θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε:

μείωση ενεργειακών φόρων,

στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος,

επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση,

υποδομές,

δημογραφική πολιτική,

μείωση δημόσιου χρέους.

Αυτό θα ήταν πραγματική μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική.

Όχι:

«βρήκαμε αέριο, ας το ξοδέψουμε».

Αλλά:

«αν η χώρα αποκτήσει ενεργειακό πλούτο, πώς θα μετατραπεί σε μόνιμο εθνικό κεφάλαιο;»


Πράσινη μετάβαση και υδρογονάνθρακες δεν είναι αναγκαστικά αντίθετα

Υπάρχει και ένα ακόμη λάθος δίλημμα:

ή Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ή υδρογονάνθρακες.

Η πραγματικότητα της ενεργειακής μετάβασης είναι πιο σύνθετη.

Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να επενδύει:

σε ΑΠΕ,

αποθήκευση ενέργειας,

ηλεκτρικά δίκτυα,

ηλεκτρικές διασυνδέσεις,

νέες τεχνολογίες.

Αλλά η Ευρώπη εξακολουθεί να καταναλώνει φυσικό αέριο.

Και ένα μέρος του το εισάγει από τρίτες χώρες.

Άρα το ερώτημα είναι:

εφόσον η Ευρώπη θα εξακολουθεί για ένα μεταβατικό διάστημα να χρησιμοποιεί φυσικό αέριο, γιατί να μην γνωρίζει η Ελλάδα αν διαθέτει δικούς της πόρους;


Και τελικά: τι πληρώνει ο Έλληνας;

Πληρώνει το διεθνές κόστος ενέργειας.

Πληρώνει την ενεργειακή εξάρτηση.

Πληρώνει ΕΦΚ.

Πληρώνει ΦΠΑ.

Πληρώνει την επίπτωση των καυσίμων στα προϊόντα που αγοράζει.

Και πληρώνει — έμμεσα — και το κόστος δεκαετιών χωρίς σαφή ενεργειακή στρατηγική.

Γι' αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο:

«θα πέσει η βενζίνη 5 λεπτά;»

Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ μεγαλύτερο:

Τι ενεργειακή Ελλάδα θέλουμε το 2035;

Μια χώρα που εισάγει ενέργεια και τη φορολογεί βαριά;

Ή μια χώρα που:

ερευνά υπεύθυνα τους πόρους της,

παράγει όπου είναι οικονομικά και περιβαλλοντικά βιώσιμο,

αναπτύσσει ταυτόχρονα ΑΠΕ,

μειώνει την ενεργειακή εξάρτηση,

και χρησιμοποιεί τον ενεργειακό πλούτο προς όφελος των επόμενων γενεών;


Η γεώτρηση του 2027 πρέπει να είναι η αρχή μιας σοβαρής συζήτησης

Μπορεί η «Ασωπός-1» να αποτύχει.

Αυτή είναι η φύση της έρευνας υδρογονανθράκων.

Μπορεί όμως και να επιτύχει.

Το σημαντικότερο είναι ότι για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες η Ελλάδα πλησιάζει ξανά στο σημείο όπου δεν θα συζητά μόνο θεωρητικά.

Θα τρυπήσει για να μάθει.

Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα.

Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται για μία τετραετία.

Χρειάζεται δεκαετίες.

Όπως ακριβώς και τα λάθη της κοστίζουν δεκαετίες.


Ο Έλληνας δεν χρειάζεται άλλο ένα Fuel Pass. Χρειάζεται ενεργειακή στρατηγική.

Η έκτακτη βοήθεια μπορεί να είναι αναγκαία.

Αλλά δεν είναι λύση.

Η Ελλάδα πρέπει να συζητήσει επιτέλους ταυτόχρονα:

πόσο φορολογεί την ενέργεια,

πόσο εξαρτάται από τις εισαγωγές,

τι ενεργειακούς πόρους διαθέτει,

και τι χώρα θέλει να είναι ενεργειακά σε δέκα ή είκοσι χρόνια.

Γιατί ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο δεν είναι ότι πληρώνουμε ακριβά τη βενζίνη.

Είναι ότι επί δεκαετίες πληρώναμε ακριβά την ενέργεια χωρίς καν να έχουμε απαντήσει στο βασικό ερώτημα:

Τι υπάρχει τελικά κάτω από τις ελληνικές θάλασσες;

Το 2027 ίσως αρχίσουμε επιτέλους να παίρνουμε απαντήσεις.

Το ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκε να περιμένουμε τόσο πολύ.


Εσείς τι πιστεύετε;

Πρέπει η Ελλάδα να προχωρήσει ταχύτερα στις έρευνες υδρογονανθράκων;

Και θα έπρεπε να εξεταστεί μόνιμη μείωση της φορολογίας στα καύσιμα;

ΝΑΙ ή ΟΧΙ;

Γράψτε τη γνώμη σας.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Laïcité ή Λαιμητόμος; Τι Κρύβει η Γαλλία και Γιατί οι Έλληνες Οφείλουμε να Κρατήσουμε Παράδοση & Ορθοδοξία

🛒 Πίσω στην Κατοχή: Τα Κουπόνια Τροφίμων Μας Επαναφέρουν στο Σκοτεινό Παρελθόν

Χώρα Χωρίς Αξιολόγηση – Όταν Η Πολιτική και Η Δημοσιογραφία Γίνονται Ασυδοσία